Ο Λύκος της στέπας
Χειμερινή, άγρια και μοναχική φιγούρα. Με τρίχωμα πυκνό, άσπρο και γκρι, να περιπλανιέμαι ψάχνοντας τη δικιά μου αγέλη. Συνηθίζοντας τη μοναξιά... Ώσπου αντάμωσα την οικογένειά μου, τα ξαδέρφια μου. Και πήγα να τους μιλήσω, μα δεν με άκουσαν. Μαθημένοι στη συνύπαρξη με τους ανθρώπους, σκλαβωμένοι στη δικιά τους μιζέρια. Όπως τους λένε,μεγαλωμένοι σαν σκύλοι. Με κυνήγησαν, θυμάμαι τα πνευμόνια μου να καίνε. να προσπαθώ να ξεφύγω από τον καπνό και τη σκόνη τους. Προσπαθούσα να ανασάνω, είχα μουδιάσει ολόκληρος, τ'αυτιά μου βούιζαν και άκουγα τον χτύπο της καρδιάς, που σφυροκοπούσε, να κρύβεται στους ήχους που απομακρύνονταν. Γύρισα πίσω μου, δεν ήταν κανείς. Μα δεν ένιωσα την ελευθερία που ευωδίαζε την μαύρη νύχτα γύρω μου. Με έζωσε ο φόβος. Βρομούσε. Βρομούσε ανηθικότητα, όπως ο φόνος της ανθρώπινης θνητότητας. Βρομούσε ψυχές αλύτρωτες, φυλακισμένες στην ελευθερία της ζωής.
Και τότε με δάγκωσαν. Πάγωσα, στριφογύρισα για λίγο ανήμπορος, ενώ πάλευα χωρίς να ξέρω γιατί. Σίγουρα όχι για να ξεφύγω. Νόμιζα θα εκραγώ. Κι όταν κατάφερα να ανοίξω τα μάτια μου, το τοπίο είχε χαθεί. Είδα για μια στιγμή την μαυρίλα του στερεώματος να με τυλίγει, τα χρώματα των άστρων να στροβιλίζονται. Και όταν η αναστάτωση κατακάθισε, συνέθεσε το κρύο σου δωμάτιο. Σε κοίταξα, και στο ζεστό χαμόγελό σου η φυγή του λύκου έμοιασε με ένα κακό όνειρο, απ'το οποίο μόλις ξύπνησα...
Χειμερινή, άγρια και μοναχική φιγούρα. Με τρίχωμα πυκνό, άσπρο και γκρι, να περιπλανιέμαι ψάχνοντας τη δικιά μου αγέλη. Συνηθίζοντας τη μοναξιά... Ώσπου αντάμωσα την οικογένειά μου, τα ξαδέρφια μου. Και πήγα να τους μιλήσω, μα δεν με άκουσαν. Μαθημένοι στη συνύπαρξη με τους ανθρώπους, σκλαβωμένοι στη δικιά τους μιζέρια. Όπως τους λένε,μεγαλωμένοι σαν σκύλοι. Με κυνήγησαν, θυμάμαι τα πνευμόνια μου να καίνε. να προσπαθώ να ξεφύγω από τον καπνό και τη σκόνη τους. Προσπαθούσα να ανασάνω, είχα μουδιάσει ολόκληρος, τ'αυτιά μου βούιζαν και άκουγα τον χτύπο της καρδιάς, που σφυροκοπούσε, να κρύβεται στους ήχους που απομακρύνονταν. Γύρισα πίσω μου, δεν ήταν κανείς. Μα δεν ένιωσα την ελευθερία που ευωδίαζε την μαύρη νύχτα γύρω μου. Με έζωσε ο φόβος. Βρομούσε. Βρομούσε ανηθικότητα, όπως ο φόνος της ανθρώπινης θνητότητας. Βρομούσε ψυχές αλύτρωτες, φυλακισμένες στην ελευθερία της ζωής.
Και τότε με δάγκωσαν. Πάγωσα, στριφογύρισα για λίγο ανήμπορος, ενώ πάλευα χωρίς να ξέρω γιατί. Σίγουρα όχι για να ξεφύγω. Νόμιζα θα εκραγώ. Κι όταν κατάφερα να ανοίξω τα μάτια μου, το τοπίο είχε χαθεί. Είδα για μια στιγμή την μαυρίλα του στερεώματος να με τυλίγει, τα χρώματα των άστρων να στροβιλίζονται. Και όταν η αναστάτωση κατακάθισε, συνέθεσε το κρύο σου δωμάτιο. Σε κοίταξα, και στο ζεστό χαμόγελό σου η φυγή του λύκου έμοιασε με ένα κακό όνειρο, απ'το οποίο μόλις ξύπνησα...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου