Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Βαρύτητα

Ιδιότητα των σωμάτων να έλκουν άλλα σώματα. Η έλξη τους είναι αμοιβαία, και η κίνησή τους επιταχυνόμενη. Το μέτρο της αντίστασης που παρουσιάζεται σε αυτήν τη μεταβολή, ονομάζεται μάζα του σώματος και η δύναμη έλξης βάρος.

Ας πούμε ότι είμαστε ουράνια σώματα. Εσύ κι εγώ. Προφανώς είσαι ο Ήλιος κι εγώ η Γη. Ζεστάθηκα πολύ όταν σε πρωτοσυνάντησα, έλιωσα, ένοιωσα μια ακατανίκητη έλξη και για μένα όλα άρχισαν να περιστρέφονται γύρω σου. Μου έδωσες ζωή. Αλλά μου πήρες την μάζα. Γιατί δεν νοιώθω καμία αντίσταση στο να σε πλησιάσω. Νοιώθω μονάχα την αγάπη σου να με κρατά μετέωρο στο χώρο και το βάρος της απουσίας σου να με τυλίγει σαν σκοτεινός ουρανός.



Σου είπα ότι μου αρέσει πολύ η αστρονομία, ελπίζω να κατάλαβες γιατί. Κι αν πάλι δεν κατάλαβες, είναι που μου θυμίζει το χρώμα του Ουρανού.

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Γενέτειρα

Τον έλεγαν Yatokya zuni. Το όνομά του σήμαινε Ήλιος. Μια μέρα ρώτησε τον παππού του:

-Παππού, τι είναι το καλό και το κακό;
-Ήλιε, του είπε, μέσα σε κάθε άνθρωπο κατοικούν δύο λύκοι, σε μια διαρκή μάχη. Ο ένας          ονομάζεται κακό και είναι ο θυμός, η ζήλια, η απληστία, η έπαρση και η παραίτηση. Ο άλλος  λέγεται καλό και είναι η χαρά, η ευτυχία, η αγάπη, η ελπίδα, η ειρήνη, η ευγένεια, η εμπάθεια  και η ειλικρίνεια.

Το αγόρι σκέφτηκε για λίγο και έπειτα ρώτησε τον παππού του ποιος λύκος κερδίζει τη μάχη.

-Ο λύκος που ταΐζεις, είπε ο γέρος.
Δαμόκλειος σπάθη

Η ελευθερία σου δεν ήρθε. Θα έρθει όταν ολοκληρώσεις τους δικούς σου δώδεκα άθλους. Μπορεί να μην είμαι ο Ευρυσθέας, και να μην ζούμε σε ιστορίες από αρχαίους φτιαγμένες, σίγουρα όμως είσαι ο δικός μου, ο δέκατος τρίτος άθλος, ο πιο σημαντικός. Και παρόλο που δεν έχω κάποιο τέρας να αντιμετωπίσω, έχω τα λερναία μου προβλήματα. Απ'αυτά που ένα λύνεις και δύο ξεπετιούνται, ώσπου μαζεύονται και κάποια στιγμή θα με καταφάνε. Δεν είναι τα προβλήματα που απασχολούν τους ανθρώπους - ούτε κι εμένα. Είναι η σπάθη του καθενός  (εσύ στην προκειμένη). Διαφέρομε στη γλύκα που βρίσκει καθένας μας, στο τι επενδύουμε σε αυτή, στα ρίσκα που παίρνει καθείς μας. Κοινή συνιστώσα; Η καταστροφή της πτώσης.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Für Elise*

Μαύρη και τσουρομαδημένη ήταν η κίσσα. Τα άλλοτε λαμπερά της φτερά διέσχιζαν τους ουρανούς, δεν γνώριζαν σύνορα. Δεν γνώριζαν περιορισμούς. Την γλίτωσαν πολλές φορές από τον θάνατο. Την έκρυβαν από κάθε επίδοξο θηρευτή, την προστάτευαν από το κρύο και τη βροχή. Τα φτερά της ήταν το μόνο μέσο της για να τραφεί.

Και τώρα...λαβωμένη, εξαντλημένη από αυτό το παιχνίδι γράφει για να τη διαβάσεις εσύ που τόσο την εντυπωσίασες. Μου έχει μιλήσει για σένα. Μπορεί και να το ξέρεις. Της θυμίζεις την ελευθερία που κάποτε γεύτηκε μεσουρανίς. Εμένα μου θυμίζεις το αίσθημα ζήλιας που μου προκαλεί η μεγαλειώδης ύπαρξή σου, που αρκεί με μια της σκέψη να με συνθλίψει.

Ίσως πάλι να συμβαίνει το ανάποδο και να της μίλησα εγώ για σένα. Ίσως να μην χρειάστηκε, όλοι μας κρύβουμε μια κίσσα μέσα μας. Και μπορεί να μην συλλέγω γυαλιστερά αντικείμενα, συλλέγω λαμπερές σκέψεις όμως. Πιο λαμπερές από κάθε τι δικό μου, τόσο λαμπερές που δεν μπορώ να τις κοιτώ. Αποστρέφω το βλέμμα. Μόνο έτσι καταφέρνω να δω. Ή έτσι νομίζω.

Δίπλα στην κίσσα κι εγώ, να της εξιστορώ τις συζητήσεις μας. Δεν με γέμισε η απάντησή σου. Αντιθέτως με άδειασε. Κατάφερες να αλλάξεις ορισμούς αυστηρά καθορισμένους στο μυαλό μου. Ελπίζω τουλάχιστον εσύ να το ευχαριστήθηκες. Μα ακόμα κι αν άλλαξες τον ορισμό δεν απάντησες στην ερώτηση μου, μάλλον γιατί δεν στην έθεσα ποτέ...

Καλούμαι λοιπόν να απαντήσω εγώ και στους δυο μας. Η έκτη (ψευδ)αίσθηση λέγεται ελευθερία. Φάνηκες να με κατάλαβες καλύτερα από κάθε άλλον. Μπορεί να γεννήθηκα κίσσα χωρίς φτερά και να ψάχνω μάταια να την γνωρίσω, μα πίνω στην υγειά της και φτάνω κάθε μέρα πιο κοντά. Πιστεύεις ότι μπορείς να ονομάζεις ότι θες συνειδητό ή ασυνείδητο, εγώ πιστεύω ότι μπορείς και ελευθερώνεσαι.

Σε ευχαριστώ

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Ο Λύκος της στέπας

Χειμερινή, άγρια και μοναχική φιγούρα. Με τρίχωμα πυκνό, άσπρο και γκρι, να περιπλανιέμαι ψάχνοντας τη δικιά μου αγέλη. Συνηθίζοντας τη μοναξιά... Ώσπου αντάμωσα την οικογένειά μου, τα ξαδέρφια μου. Και πήγα να τους μιλήσω, μα δεν με άκουσαν. Μαθημένοι στη συνύπαρξη με τους ανθρώπους, σκλαβωμένοι στη δικιά τους μιζέρια. Όπως τους λένε,μεγαλωμένοι σαν σκύλοι. Με κυνήγησαν, θυμάμαι τα πνευμόνια μου να καίνε. να προσπαθώ να ξεφύγω από τον καπνό και τη σκόνη τους. Προσπαθούσα να ανασάνω, είχα μουδιάσει ολόκληρος, τ'αυτιά μου βούιζαν και άκουγα τον χτύπο της καρδιάς, που σφυροκοπούσε, να κρύβεται στους ήχους που απομακρύνονταν. Γύρισα πίσω μου, δεν ήταν κανείς. Μα δεν ένιωσα την ελευθερία που ευωδίαζε την μαύρη νύχτα γύρω μου. Με έζωσε ο φόβος. Βρομούσε. Βρομούσε ανηθικότητα, όπως ο φόνος της ανθρώπινης θνητότητας. Βρομούσε ψυχές αλύτρωτες, φυλακισμένες στην ελευθερία της ζωής.

Και τότε με δάγκωσαν. Πάγωσα, στριφογύρισα για λίγο ανήμπορος, ενώ πάλευα χωρίς να ξέρω γιατί. Σίγουρα όχι για να ξεφύγω. Νόμιζα θα εκραγώ. Κι όταν κατάφερα να ανοίξω τα μάτια μου, το τοπίο είχε χαθεί. Είδα για μια στιγμή την μαυρίλα του στερεώματος να με τυλίγει, τα χρώματα των άστρων να στροβιλίζονται. Και όταν η αναστάτωση κατακάθισε, συνέθεσε το κρύο σου δωμάτιο. Σε κοίταξα, και στο ζεστό χαμόγελό σου η φυγή του λύκου έμοιασε με ένα κακό όνειρο, απ'το οποίο μόλις ξύπνησα...

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

'Απὸ τοῦ ἡλίου μετάστηθι


Περνούσαν τα χρόνια, μεγάλωνε, και μάθαινε να ακούει. Να ακούει τους γονείς του, να ακούει τους φίλους του, να ακούει τους δασκάλους του. Ήταν ένα διαφορετικά συνηθισμένο παιδί, συνηθισμένα μάτια, συνηθισμένα μαλλιά και μέτριο ύψος. Και παρ' όλη τη μέτρια εμφάνισή του, δεν ήταν σε τίποτα μέτριος. Σιχαινόταν τη μετριότητα. Όλη του τη μέρα την ανάλωνε σε σκέψεις που σπάνια τελείωνε και που ποτέ δεν εξέφραζε.


Ήταν δεν ήταν τριών, κι όλοι του έλεγαν ότι δεν ξέρεις τι είναι να ρωτάς, έτσι θα μάθεις. Και έμαθε. Έμαθε πώς ότι δεν ξέρεις καλύτερα να μην το ρωτάς. Πρώτα πρώτα η απάντηση που παίρνεις είναι "σταμάτα να κάνεις ερωτήσεις, αυτά τα πράγματα είναι για μεγάλους". Έπειτα η σκέψη γεννά ερωτήματα και τα ερωτήματα αμφισβήτηση. Και κάπου στα δεκατρία συνόψισε τη δικιά του αλήθεια στην μία τους κουβέντα. "Το μεγαλύτερο προτέρημα στη ζωή είναι να έχεις στόμα και να μη μιλάς." Και δεν μίλησε, όχι γιατί συμφώνησε, αλλά η απάντηση είναι αδελφή της σκέψης, θέλει θάρρος. Κι ο Ευρυσθένης το θάρρος του το σπαταλούσε σε σκέψη.


Ένα βράδυ, είδε στον ύπνο του ότι έκλαιγε. Έκλαιγε όσο ποτέ δεν είχε κλάψει. Τότε ήταν που η σκέψη του πήρε μορφή, μια μορφή ολέθρια σαν τον έρωτα και με όψη που θύμιζε γκρίζο σύννεφο. Ολέθρια για τον ίδιο...; Όπως και να χει ο Ευρυσθένης δίστασε να της πει τον λόγο. Δίστασε μα η σκέψη του επέμενε να μάθει γιατί κλαίει.


- Μπορεί η μέρα που θα απαντήσω να μην ξημέρωσε ακόμα, μπορεί να ξημέρωσε και να μην το     κατάλαβα. Μα εγώ θα την ονειρεύομαι, ελπίζοντας κάποτε να 'ρθει.


- Δεν σε καταλαβαίνω, του είπε η Σκέψη. Είναι λόγος αυτός να κλαις;


- Δεν μπορείς να με καταλάβεις. Για σένα ο ουρανός σημαίνει ελευθερία, για μένα είναι ένα           ακόμα όριο. Εσύ κοιτάς ψηλά και βλέπεις τον ήλιο, εγώ μονάχα σύννεφα. Μα κάποια μέρα ξέρω   πώς θα ξυπνήσω και ο ήλιος δεν θα κρύβεται πια, δεν θα υπάρχουν σύννεφα να τον κρύβουν.


Η Σκέψη δεν μίλησε, τον κοίταξε βουβή, απόκοσμη. Του χάρισε το γεμάτο θλίψη χαμόγελό της, κι έπειτα εξαφανίστηκε μαζί με το όνειρό του...


Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Συνήθισες το χαμόγελο και η λύπη σε τρομάζει

-Στάσου, μη φεύγεις. Ήταν τα μόνο λόγια που κατάφερε να ψελλίσει, ενώ την κοίταζε να απομακρύνεται. Η ήδη θολή εικόνα της έσβηνε από τα μάτια του, και προπάντων από το μυαλό του. Δεν την άκουγε καθώς βημάτιζε στο λιθόστρωτο, δεν άκουγε τίποτα. Μα στ'αυτιά του βούιζε μια φωνή, που μάλλον δική της ήταν, να του λέει: "τι εννοείς αν θα σε ξεχάσω; Ποτέ μου δεν σε γνώρισα, όπως δεν με γνώρισες εσύ. Κι αν σε συνάντησα μια όποια νύχτα, με προσπέρασες, με κοίταξες με περιφρόνηση και συνέχισες να περπατάς. Να περπατάς σκυφτός. Και θα περπατάς σκυφτός, γιατί η παρουσία μου σε κάνει κακό κι η απουσία μου κουρέλι. Αντίο. Είθε να γνωριστούμε κάποτε."

Δεν την ξανάδε. Έψαχνε καιρό να την βρει, όχι πολύ, όλη του τη ζωή. Πάνω που νόμιζε ότι την βρήκε κατάλαβε το λάθος του. Ποτέ δεν θα την βρει, γιατί η ευτυχία γι'αυτόν είχε πεθάνει, μαζί με τον θάνατό του.